ぞんずる

ρήμα | N2 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ταπεινό γνωρίζω, έχω επίγνωση, είμαι εξοικειωμένος με κάτι
  2. 02 ταπεινό νομίζω, θεωρώ, πιστεύω, αισθάνομαι

Κλίση

Παρόν (απλό)
存ずる
Παρόν (ευγενικό)
存ずます
Άρνηση (απλή)
存ずない
Άρνηση (ευγενική)
存ずません
Παρελθόν (απλό)
存ずた
Παρελθόν (ευγενικό)
存ずました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
存ずなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
存ずませんでした
Τε-μορφή
存ずて
Δυνητική
存ずられる
Προστακτική
存ずろ
Βουλητική
存ずよう
Υποθετική (ば)
存ずれば