こうこう

ουσιαστικό, ρήμα, επίθετο | N2 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 υιική ευσέβεια
  2. 02 επίδειξη αφοσίωσης (σε κάποιον)

Κλίση

Παρόν (απλό)
孝行する
Παρόν (ευγενικό)
孝行します
Άρνηση (απλή)
孝行しない
Άρνηση (ευγενική)
孝行しません
Παρελθόν (απλό)
孝行した
Παρελθόν (ευγενικό)
孝行しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
孝行しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
孝行しませんでした
Τε-μορφή
孝行して
Δυνητική
孝行できる
Προστακτική
孝行しろ
Βουλητική
孝行しよう
Υποθετική (ば)
孝行すれば