じゃく

ουσιαστικό, επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αρχαϊκό ορφανό παιδί
  2. 02 αρχαϊκό κατάσταση μοναξιάς και αδυναμίας χωρίς να υπάρχει τόπος για να πάει κανείς