どく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μοναχικός θάνατος (ειδικότερα κάποιου που ζει μόνος και πεθαίνει από φυσικά αίτια στο σπίτι χωρίς να το αντιληφθεί κανείς), θάνατος σε απομόνωση

Κλίση

Παρόν (απλό)
孤独死する
Παρόν (ευγενικό)
孤独死します
Άρνηση (απλή)
孤独死しない
Άρνηση (ευγενική)
孤独死しません
Παρελθόν (απλό)
孤独死した
Παρελθόν (ευγενικό)
孤独死しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
孤独死しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
孤独死しませんでした
Τε-μορφή
孤独死して
Δυνητική
孤独死できる
Προστακτική
孤独死しろ
Βουλητική
孤独死しよう
Υποθετική (ば)
孤独死すれば