ぐんふんとう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ιδιωματισμός μάχομαι μόνος

Κλίση

Παρόν (απλό)
孤軍奮闘する
Παρόν (ευγενικό)
孤軍奮闘します
Άρνηση (απλή)
孤軍奮闘しない
Άρνηση (ευγενική)
孤軍奮闘しません
Παρελθόν (απλό)
孤軍奮闘した
Παρελθόν (ευγενικό)
孤軍奮闘しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
孤軍奮闘しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
孤軍奮闘しませんでした
Τε-μορφή
孤軍奮闘して
Δυνητική
孤軍奮闘できる
Προστακτική
孤軍奮闘しろ
Βουλητική
孤軍奮闘しよう
Υποθετική (ば)
孤軍奮闘すれば