がく

ουσιαστικό | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μάθηση, σπουδές, μελέτη, πολυμάθεια, γνώση, εκπαίδευση
  2. 02 μελέτη του..., -λογία, -ική

Παραδείγματα

  • 日本にほんまなびます。

    Μαθαίνω Ιαπωνικά.

  • かれだいがく学生がくせいです。

    Είναι φοιτητής στο πανεπιστήμιο.

  • 現代げんだい社会しゃかいにおいて、生涯しょうがいにわたるまなびの重要性じゅうようせいはますますたかまっています。

    Στη σύγχρονη κοινωνία, η σημασία της δια βίου μάθησης αυξάνεται συνεχώς.