学び取る
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συλλέγω πληροφορίες, αποκτώ γνώση
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 学び取る
- Παρόν (ευγενικό)
- 学び取ります
- Άρνηση (απλή)
- 学び取らない
- Άρνηση (ευγενική)
- 学び取りません
- Παρελθόν (απλό)
- 学び取った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 学び取りました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 学び取らなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 学び取りませんでした
- Τε-μορφή
- 学び取って
- Δυνητική
- 学び取れる
- Προστακτική
- 学び取れ
- Βουλητική
- 学び取ろう
- Υποθετική (ば)
- 学び取れば
- Υποθετική (たら)
- 学び取ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 学び取りたい
- Απαγορευτική (~な)
- 学び取るな
- Προστακτική (ευγενική)
- 学び取りなさい
- Παθητική
- 学び取られる
- Αιτιατική
- 学び取らせる