がくおさめる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 επιδιώκω τη γνώση (τις σπουδές μου)

Κλίση

Παρόν (απλό)
学を修める
Παρόν (ευγενικό)
学を修めます
Άρνηση (απλή)
学を修めない
Άρνηση (ευγενική)
学を修めません
Παρελθόν (απλό)
学を修めた
Παρελθόν (ευγενικό)
学を修めました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
学を修めなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
学を修めませんでした
Τε-μορφή
学を修めて
Δυνητική
学を修められる
Προστακτική
学を修めろ
Βουλητική
学を修めよう
Υποθετική (ば)
学を修めれば