がくさずける

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 απονέμω τίτλο σπουδών

Κλίση

Παρόν (απλό)
学位を授ける
Παρόν (ευγενικό)
学位を授けます
Άρνηση (απλή)
学位を授けない
Άρνηση (ευγενική)
学位を授けません
Παρελθόν (απλό)
学位を授けた
Παρελθόν (ευγενικό)
学位を授けました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
学位を授けなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
学位を授けませんでした
Τε-μορφή
学位を授けて
Δυνητική
学位を授けられる
Προστακτική
学位を授けろ
Βουλητική
学位を授けよう
Υποθετική (ば)
学位を授ければ