がくもん

ουσιαστικό, ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μελέτη, λόγια μόρφωση, μάθηση, εκπαίδευση, γνώση
  2. 02 επιστημονικός κλάδος, γνωστικό αντικείμενο, επιστήμη

Παραδείγματα

  • 学問がくもん大切たいせつです。

    Η μάθηση είναι σημαντική.

  • かれ大学だいがくふか学問がくもん追求ついきゅうしています。

    Αυτός επιδιώκει βαθιά γνώση στο πανεπιστήμιο.

  • 歴史れきし紐解ひもとけば、学問がくもん社会しゃかい発展はってんにいかに貢献こうけんしてきたかという真理しんりかびがってきます。

    Αν ανατρέξουμε στην ιστορία, αναδύεται η αλήθεια του πόσο η επιστήμη έχει συμβάλει στην ανάπτυξη της κοινωνίας.

Κλίση

Παρόν (απλό)
学問する
Παρόν (ευγενικό)
学問します
Άρνηση (απλή)
学問しない
Άρνηση (ευγενική)
学問しません
Παρελθόν (απλό)
学問した
Παρελθόν (ευγενικό)
学問しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
学問しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
学問しませんでした
Τε-μορφή
学問して
Δυνητική
学問できる
Προστακτική
学問しろ
Βουλητική
学問しよう
Υποθετική (ば)
学問すれば