かえ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εκκολάπτομαι

Κλίση

Παρόν (απλό)
孵る
Παρόν (ευγενικό)
孵ります
Άρνηση (απλή)
孵らない
Άρνηση (ευγενική)
孵りません
Παρελθόν (απλό)
孵った
Παρελθόν (ευγενικό)
孵りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
孵らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
孵りませんでした
Τε-μορφή
孵って
Δυνητική
孵れる
Προστακτική
孵れ
Βουλητική
孵ろう
Υποθετική (ば)
孵れば