まもりきる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διατηρώ κάτι μέχρι τέλους (μυστικό, προβάδισμα σε αγώνα κ.λπ.)

Κλίση

Παρόν (απλό)
守りきる
Παρόν (ευγενικό)
守りきります
Άρνηση (απλή)
守りきらない
Άρνηση (ευγενική)
守りきりません
Παρελθόν (απλό)
守りきった
Παρελθόν (ευγενικό)
守りきりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
守りきらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
守りきりませんでした
Τε-μορφή
守りきって
Δυνητική
守りきれる
Προστακτική
守りきれ
Βουλητική
守りきろう
Υποθετική (ば)
守りきれば