守り立てる
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 υποστηρίζω, στηρίζω, συσπειρώνομαι γύρω από κάποιον
- 02 αναζωογονώ (π.χ. μια εταιρεία), τονώνω (π.χ. το ηθικό)
- 03 ανατρέφω, μεγαλώνω
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 守り立てる
- Παρόν (ευγενικό)
- 守り立てます
- Άρνηση (απλή)
- 守り立てない
- Άρνηση (ευγενική)
- 守り立てません
- Παρελθόν (απλό)
- 守り立てた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 守り立てました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 守り立てなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 守り立てませんでした
- Τε-μορφή
- 守り立てて
- Δυνητική
- 守り立てられる
- Προστακτική
- 守り立てろ
- Βουλητική
- 守り立てよう
- Υποθετική (ば)
- 守り立てれば
- Υποθετική (たら)
- 守り立てたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 守り立てたい
- Απαγορευτική (~な)
- 守り立てるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 守り立てなさい
- Παθητική
- 守り立てられる
- Αιτιατική
- 守り立てさせる