守る
ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict
- 01 προστατεύω, φυλάω, υπερασπίζομαι
- 02 τηρώ (π.χ. μια υπόσχεση ή κανόνες), συμμορφώνομαι, υπακούω, ακολουθώ
Παραδείγματα
-
家族を守ります。
Προστατεύω την οικογένειά μου.
-
約束を守ることは大切です。
Είναι σημαντικό να τηρούμε τις υποσχέσεις μας.
-
私たちは、地球の豊かな自然を未来の世代のために守る責任があります。
Έχουμε την ευθύνη να προστατεύσουμε την πλούσια φύση της Γης για τις μελλοντικές γενιές.
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 守る
- Παρόν (ευγενικό)
- 守ります
- Άρνηση (απλή)
- 守らない
- Άρνηση (ευγενική)
- 守りません
- Παρελθόν (απλό)
- 守った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 守りました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 守らなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 守りませんでした
- Τε-μορφή
- 守って
- Δυνητική
- 守れる
- Προστακτική
- 守れ
- Βουλητική
- 守ろう
- Υποθετική (ば)
- 守れば
- Υποθετική (たら)
- 守ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 守りたい
- Απαγορευτική (~な)
- 守るな
- Προστακτική (ευγενική)
- 守りなさい
- Παθητική
- 守られる
- Αιτιατική
- 守らせる