しゅ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 τήρηση μυστικού, εχεμύθεια, εμπιστευτικότητα

Κλίση

Παρόν (απλό)
守秘する
Παρόν (ευγενικό)
守秘します
Άρνηση (απλή)
守秘しない
Άρνηση (ευγενική)
守秘しません
Παρελθόν (απλό)
守秘した
Παρελθόν (ευγενικό)
守秘しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
守秘しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
守秘しませんでした
Τε-μορφή
守秘して
Δυνητική
守秘できる
Προστακτική
守秘しろ
Βουλητική
守秘しよう
Υποθετική (ば)
守秘すれば