やすくつく

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κοστίζω φθηνά, είμαι οικονομικός

Κλίση

Παρόν (απλό)
安くつく
Παρόν (ευγενικό)
安くつきます
Άρνηση (απλή)
安くつかない
Άρνηση (ευγενική)
安くつきません
Παρελθόν (απλό)
安くついた
Παρελθόν (ευγενικό)
安くつきました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
安くつかなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
安くつきませんでした
Τε-μορφή
安くついて
Δυνητική
安くつける
Προστακτική
安くつけ
Βουλητική
安くつこう
Υποθετική (ば)
安くつけば