あん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κάθομαι ήρεμα, κάθομαι άνετα, κάθομαι οκλαδόν
  2. 02 νιώθω άνετα, είμαι ικανοποιημένος

Κλίση

Παρόν (απλό)
安座する
Παρόν (ευγενικό)
安座します
Άρνηση (απλή)
安座しない
Άρνηση (ευγενική)
安座しません
Παρελθόν (απλό)
安座した
Παρελθόν (ευγενικό)
安座しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
安座しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
安座しませんでした
Τε-μορφή
安座して
Δυνητική
安座できる
Προστακτική
安座しろ
Βουλητική
安座しよう
Υποθετική (ば)
安座すれば