安心立命
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ιδιωματισμός πνευματική γαλήνη και φώτιση, διατήρηση ατάραχου νου μέσω της πίστης
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 安心立命する
- Παρόν (ευγενικό)
- 安心立命します
- Άρνηση (απλή)
- 安心立命しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 安心立命しません
- Παρελθόν (απλό)
- 安心立命した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 安心立命しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 安心立命しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 安心立命しませんでした
- Τε-μορφή
- 安心立命して
- Δυνητική
- 安心立命できる
- Προστακτική
- 安心立命しろ
- Βουλητική
- 安心立命しよう
- Υποθετική (ば)
- 安心立命すれば
- Υποθετική (たら)
- 安心立命したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 安心立命したい
- Απαγορευτική (~な)
- 安心立命するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 安心立命しなさい
- Παθητική
- 安心立命される
- Αιτιατική
- 安心立命させる