あんそく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ανάπαυση, ηρεμία

Κλίση

Παρόν (απλό)
安息する
Παρόν (ευγενικό)
安息します
Άρνηση (απλή)
安息しない
Άρνηση (ευγενική)
安息しません
Παρελθόν (απλό)
安息した
Παρελθόν (ευγενικό)
安息しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
安息しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
安息しませんでした
Τε-μορφή
安息して
Δυνητική
安息できる
Προστακτική
安息しろ
Βουλητική
安息しよう
Υποθετική (ば)
安息すれば