あんちゃく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ασφαλής άφιξη

Κλίση

Παρόν (απλό)
安着する
Παρόν (ευγενικό)
安着します
Άρνηση (απλή)
安着しない
Άρνηση (ευγενική)
安着しません
Παρελθόν (απλό)
安着した
Παρελθόν (ευγενικό)
安着しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
安着しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
安着しませんでした
Τε-μορφή
安着して
Δυνητική
安着できる
Προστακτική
安着しろ
Βουλητική
安着しよう
Υποθετική (ば)
安着すれば