かんぷう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 πλήρης αποκλεισμός, απόλυτη παύση λειτουργίας, ολοκληρωτική διακοπή
  2. 02 αποκλεισμός (στον αθλητισμό)

Κλίση

Παρόν (απλό)
完封する
Παρόν (ευγενικό)
完封します
Άρνηση (απλή)
完封しない
Άρνηση (ευγενική)
完封しません
Παρελθόν (απλό)
完封した
Παρελθόν (ευγενικό)
完封しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
完封しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
完封しませんでした
Τε-μορφή
完封して
Δυνητική
完封できる
Προστακτική
完封しろ
Βουλητική
完封しよう
Υποθετική (ば)
完封すれば