かん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 πλήρης ανάρρωση

Κλίση

Παρόν (απλό)
完治する
Παρόν (ευγενικό)
完治します
Άρνηση (απλή)
完治しない
Άρνηση (ευγενική)
完治しません
Παρελθόν (απλό)
完治した
Παρελθόν (ευγενικό)
完治しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
完治しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
完治しませんでした
Τε-μορφή
完治して
Δυνητική
完治できる
Προστακτική
完治しろ
Βουλητική
完治しよう
Υποθετική (ば)
完治すれば