かんとう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ολοκλήρωση αναρρίχησης, ολοκλήρωση διαδρομής (σε βουνό), ολοκλήρωση μιας σειράς αναρριχήσεων (π.χ. οι Επτά Κορυφές), κατάκτηση κορυφών

Κλίση

Παρόν (απλό)
完登する
Παρόν (ευγενικό)
完登します
Άρνηση (απλή)
完登しない
Άρνηση (ευγενική)
完登しません
Παρελθόν (απλό)
完登した
Παρελθόν (ευγενικό)
完登しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
完登しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
完登しませんでした
Τε-μορφή
完登して
Δυνητική
完登できる
Προστακτική
完登しろ
Βουλητική
完登しよう
Υποθετική (ば)
完登すれば