かん

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διορίζομαι στο δημόσιο

Κλίση

Παρόν (απλό)
官に就く
Παρόν (ευγενικό)
官に就きます
Άρνηση (απλή)
官に就かない
Άρνηση (ευγενική)
官に就きません
Παρελθόν (απλό)
官に就いた
Παρελθόν (ευγενικό)
官に就きました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
官に就かなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
官に就きませんでした
Τε-μορφή
官に就いて
Δυνητική
官に就ける
Προστακτική
官に就け
Βουλητική
官に就こう
Υποθετική (ば)
官に就けば