かんきゅう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κρατική παροχή, εξοπλισμός δημοσίου

Κλίση

Παρόν (απλό)
官給する
Παρόν (ευγενικό)
官給します
Άρνηση (απλή)
官給しない
Άρνηση (ευγενική)
官給しません
Παρελθόν (απλό)
官給した
Παρελθόν (ευγενικό)
官給しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
官給しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
官給しませんでした
Τε-μορφή
官給して
Δυνητική
官給できる
Προστακτική
官給しろ
Βουλητική
官給しよう
Υποθετική (ば)
官給すれば