てい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 θέση, προσανατολισμός

Κλίση

Παρόν (απλό)
定位する
Παρόν (ευγενικό)
定位します
Άρνηση (απλή)
定位しない
Άρνηση (ευγενική)
定位しません
Παρελθόν (απλό)
定位した
Παρελθόν (ευγενικό)
定位しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
定位しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
定位しませんでした
Τε-μορφή
定位して
Δυνητική
定位できる
Προστακτική
定位しろ
Βουλητική
定位しよう
Υποθετική (ば)
定位すれば