ていねん退たいしょく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 υποχρεωτική συνταξιοδότηση (λόγω συμπλήρωσης του ορίου ηλικίας), συνταξιοδότηση λόγω ορίου ηλικίας

Κλίση

Παρόν (απλό)
定年退職する
Παρόν (ευγενικό)
定年退職します
Άρνηση (απλή)
定年退職しない
Άρνηση (ευγενική)
定年退職しません
Παρελθόν (απλό)
定年退職した
Παρελθόν (ευγενικό)
定年退職しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
定年退職しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
定年退職しませんでした
Τε-μορφή
定年退職して
Δυνητική
定年退職できる
Προστακτική
定年退職しろ
Βουλητική
定年退職しよう
Υποθετική (ば)
定年退職すれば