ていねん

ουσιαστικό, ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 όριο ηλικίας συνταξιοδότησης
  2. 02 υποχρεωτική συνταξιοδότηση λόγω συμπλήρωσης ορίου ηλικίας
  3. 03 ιστορικό ελάχιστα έτη υπηρεσίας σε συγκεκριμένο βαθμό για την προαγωγή (στον Αυτοκρατορικό Ιαπωνικό Στρατό και το Ναυτικό)

Κλίση

Παρόν (απλό)
定年する
Παρόν (ευγενικό)
定年します
Άρνηση (απλή)
定年しない
Άρνηση (ευγενική)
定年しません
Παρελθόν (απλό)
定年した
Παρελθόν (ευγενικό)
定年しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
定年しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
定年しませんでした
Τε-μορφή
定年して
Δυνητική
定年できる
Προστακτική
定年しろ
Βουλητική
定年しよう
Υποθετική (ば)
定年すれば