定植
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 μεταφύτευση (π.χ. σπορόφυτων), φύτευση, εγκατάσταση
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 定植する
- Παρόν (ευγενικό)
- 定植します
- Άρνηση (απλή)
- 定植しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 定植しません
- Παρελθόν (απλό)
- 定植した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 定植しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 定植しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 定植しませんでした
- Τε-μορφή
- 定植して
- Δυνητική
- 定植できる
- Προστακτική
- 定植しろ
- Βουλητική
- 定植しよう
- Υποθετική (ば)
- 定植すれば
- Υποθετική (たら)
- 定植したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 定植したい
- Απαγορευτική (~な)
- 定植するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 定植しなさい
- Παθητική
- 定植される
- Αιτιατική
- 定植させる