てい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σταθεροποίηση, ακινητοποίηση
  2. 02 σταθερός, ακίνητος

Κλίση

Παρόν (απλό)
定置する
Παρόν (ευγενικό)
定置します
Άρνηση (απλή)
定置しない
Άρνηση (ευγενική)
定置しません
Παρελθόν (απλό)
定置した
Παρελθόν (ευγενικό)
定置しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
定置しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
定置しませんでした
Τε-μορφή
定置して
Δυνητική
定置できる
Προστακτική
定置しろ
Βουλητική
定置しよう
Υποθετική (ば)
定置すれば