定詰
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 σπάνιο μόνιμο προσωπικό, μόνιμος υπάλληλος, υπηρεσία για ορισμένο χρονικό διάστημα
- 02 ιστορικό δαϊμιό ή φεουδάρχης υποτελής που διέμενε ή υπηρετούσε στο Έντο για ορισμένο χρονικό διάστημα (περίοδος Έντο)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 定詰する
- Παρόν (ευγενικό)
- 定詰します
- Άρνηση (απλή)
- 定詰しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 定詰しません
- Παρελθόν (απλό)
- 定詰した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 定詰しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 定詰しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 定詰しませんでした
- Τε-μορφή
- 定詰して
- Δυνητική
- 定詰できる
- Προστακτική
- 定詰しろ
- Βουλητική
- 定詰しよう
- Υποθετική (ば)
- 定詰すれば
- Υποθετική (たら)
- 定詰したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 定詰したい
- Απαγορευτική (~な)
- 定詰するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 定詰しなさい
- Παθητική
- 定詰される
- Αιτιατική
- 定詰させる