あてがう

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα διαθέτω, αναθέτω, κατανέμω
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα δίνω, παρέχω, προμηθεύω (με)
  3. 03 συνήθως γραμμένο με κάνα εφαρμόζω, προσαρμόζω, στερεώνω

Κλίση

Παρόν (απλό)
宛がう
Παρόν (ευγενικό)
宛がいます
Άρνηση (απλή)
宛がわない
Άρνηση (ευγενική)
宛がいません
Παρελθόν (απλό)
宛がった
Παρελθόν (ευγενικό)
宛がいました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
宛がわなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
宛がいませんでした
Τε-μορφή
宛がって
Δυνητική
宛がえる
Προστακτική
宛がえ
Βουλητική
宛がおう
Υποθετική (ば)
宛がえば