よろしくやる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα έρχομαι σε ερωτική επαφή, έρχομαι σε στενή σχέση (άνετα)
  2. 02 ενεργώ κατά την κρίση μου

Κλίση

Παρόν (απλό)
宜しくやる
Παρόν (ευγενικό)
宜しくやります
Άρνηση (απλή)
宜しくやらない
Άρνηση (ευγενική)
宜しくやりません
Παρελθόν (απλό)
宜しくやった
Παρελθόν (ευγενικό)
宜しくやりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
宜しくやらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
宜しくやりませんでした
Τε-μορφή
宜しくやって
Δυνητική
宜しくやれる
Προστακτική
宜しくやれ
Βουλητική
宜しくやろう
Υποθετική (ば)
宜しくやれば