たからさかってときはさかって

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παροιμία τα παράνομα κέρδη χάνονται τόσο γρήγορα όσο αποκτήθηκαν

Κλίση

Παρόν (απλό)
宝さかって入る時はさかって出る
Παρόν (ευγενικό)
宝さかって入る時はさかって出ます
Άρνηση (απλή)
宝さかって入る時はさかって出ない
Άρνηση (ευγενική)
宝さかって入る時はさかって出ません
Παρελθόν (απλό)
宝さかって入る時はさかって出た
Παρελθόν (ευγενικό)
宝さかって入る時はさかって出ました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
宝さかって入る時はさかって出なかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
宝さかって入る時はさかって出ませんでした
Τε-μορφή
宝さかって入る時はさかって出て
Δυνητική
宝さかって入る時はさかって出られる
Προστακτική
宝さかって入る時はさかって出ろ
Βουλητική
宝さかって入る時はさかって出よう
Υποθετική (ば)
宝さかって入る時はさかって出れば