をつける

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καρποφορώ, βγάζω καρπούς

Κλίση

Παρόν (απλό)
実をつける
Παρόν (ευγενικό)
実をつけます
Άρνηση (απλή)
実をつけない
Άρνηση (ευγενική)
実をつけません
Παρελθόν (απλό)
実をつけた
Παρελθόν (ευγενικό)
実をつけました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
実をつけなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
実をつけませんでした
Τε-μορφή
実をつけて
Δυνητική
実をつけられる
Προστακτική
実をつけろ
Βουλητική
実をつけよう
Υποθετική (ば)
実をつければ