実体化
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 υλοποίηση, ενσάρκωση, υλικοποίηση
- 02 στιγμιότυπο (ειδικότερα για κλάσεις αντικειμενοστρεφών γλωσσών προγραμματισμού)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 実体化する
- Παρόν (ευγενικό)
- 実体化します
- Άρνηση (απλή)
- 実体化しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 実体化しません
- Παρελθόν (απλό)
- 実体化した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 実体化しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 実体化しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 実体化しませんでした
- Τε-μορφή
- 実体化して
- Δυνητική
- 実体化できる
- Προστακτική
- 実体化しろ
- Βουλητική
- 実体化しよう
- Υποθετική (ば)
- 実体化すれば
- Υποθετική (たら)
- 実体化したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 実体化したい
- Απαγορευτική (~な)
- 実体化するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 実体化しなさい
- Παθητική
- 実体化される
- Αιτιατική
- 実体化させる