実動
ουσιαστικό, ρήμα, άλλο | Μετάφραση από JMdict
- 01 σε λειτουργία (π.χ. τρένων, αυτοκινήτων), εν λειτουργία, ενεργός
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 実動する
- Παρόν (ευγενικό)
- 実動します
- Άρνηση (απλή)
- 実動しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 実動しません
- Παρελθόν (απλό)
- 実動した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 実動しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 実動しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 実動しませんでした
- Τε-μορφή
- 実動して
- Δυνητική
- 実動できる
- Προστακτική
- 実動しろ
- Βουλητική
- 実動しよう
- Υποθετική (ば)
- 実動すれば
- Υποθετική (たら)
- 実動したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 実動したい
- Απαγορευτική (~な)
- 実動するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 実動しなさい
- Παθητική
- 実動される
- Αιτιατική
- 実動させる