実現
ουσιαστικό, ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict
- 01 υλοποίηση (π.χ. ενός συστήματος), πραγματοποίηση, εκπλήρωση, πραγμάτωση
Παραδείγματα
-
夢を実現します。
Θα πραγματοποιήσω το όνειρό μου.
-
目標を実現するために、一生懸命努力します。
Για να επιτύχω τον στόχο μου, θα προσπαθήσω πολύ.
-
持続可能な社会の実現は、将来の世代にとって重要な課題です。
Η επίτευξη μιας βιώσιμης κοινωνίας αποτελεί μια σημαντική πρόκληση για τις μελλοντικές γενιές.
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 実現する
- Παρόν (ευγενικό)
- 実現します
- Άρνηση (απλή)
- 実現しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 実現しません
- Παρελθόν (απλό)
- 実現した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 実現しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 実現しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 実現しませんでした
- Τε-μορφή
- 実現して
- Δυνητική
- 実現できる
- Προστακτική
- 実現しろ
- Βουλητική
- 実現しよう
- Υποθετική (ば)
- 実現すれば
- Υποθετική (たら)
- 実現したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 実現したい
- Απαγορευτική (~な)
- 実現するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 実現しなさい
- Παθητική
- 実現される
- Αιτιατική
- 実現させる