実装
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 υλοποίηση (π.χ. μιας λειτουργίας), εγκατάσταση (εξοπλισμού), τοποθέτηση, συσκευασία
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 実装する
- Παρόν (ευγενικό)
- 実装します
- Άρνηση (απλή)
- 実装しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 実装しません
- Παρελθόν (απλό)
- 実装した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 実装しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 実装しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 実装しませんでした
- Τε-μορφή
- 実装して
- Δυνητική
- 実装できる
- Προστακτική
- 実装しろ
- Βουλητική
- 実装しよう
- Υποθετική (ば)
- 実装すれば
- Υποθετική (たら)
- 実装したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 実装したい
- Απαγορευτική (~な)
- 実装するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 実装しなさい
- Παθητική
- 実装される
- Αιτιατική
- 実装させる