客いじり
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συμμετοχή του κοινού (μέσω διαλόγου, πρόσκλησης στη σκηνή κ.λπ.)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 客いじりする
- Παρόν (ευγενικό)
- 客いじりします
- Άρνηση (απλή)
- 客いじりしない
- Άρνηση (ευγενική)
- 客いじりしません
- Παρελθόν (απλό)
- 客いじりした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 客いじりしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 客いじりしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 客いじりしませんでした
- Τε-μορφή
- 客いじりして
- Δυνητική
- 客いじりできる
- Προστακτική
- 客いじりしろ
- Βουλητική
- 客いじりしよう
- Υποθετική (ば)
- 客いじりすれば
- Υποθετική (たら)
- 客いじりしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 客いじりしたい
- Απαγορευτική (~な)
- 客いじりするな
- Προστακτική (ευγενική)
- 客いじりしなさい
- Παθητική
- 客いじりされる
- Αιτιατική
- 客いじりさせる