きゃっかん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αντικειμενική θεώρηση, αντικειμενική εξέταση

Κλίση

Παρόν (απλό)
客観視する
Παρόν (ευγενικό)
客観視します
Άρνηση (απλή)
客観視しない
Άρνηση (ευγενική)
客観視しません
Παρελθόν (απλό)
客観視した
Παρελθόν (ευγενικό)
客観視しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
客観視しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
客観視しませんでした
Τε-μορφή
客観視して
Δυνητική
客観視できる
Προστακτική
客観視しろ
Βουλητική
客観視しよう
Υποθετική (ば)
客観視すれば