せんよう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ενίσχυση (π.χ. εθνικού γοήτρου), ανύψωση, επαύξηση, προαγωγή

Κλίση

Παρόν (απλό)
宣揚する
Παρόν (ευγενικό)
宣揚します
Άρνηση (απλή)
宣揚しない
Άρνηση (ευγενική)
宣揚しません
Παρελθόν (απλό)
宣揚した
Παρελθόν (ευγενικό)
宣揚しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
宣揚しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
宣揚しませんでした
Τε-μορφή
宣揚して
Δυνητική
宣揚できる
Προστακτική
宣揚しろ
Βουλητική
宣揚しよう
Υποθετική (ば)
宣揚すれば