宥なだめる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα κατευνάζω, ηρεμώ, καθησυχάζω

Παραδείγματα

  • 子こどもが泣ないたので、宥なだめた。

    Το παιδί έκλαιγε, οπότε το ηρέμησα.

  • 喧嘩けんかしている二人ふたりの間あいだに入はいって、彼かれらを宥なだめました。

    Μπήκα ανάμεσα στους δύο που καβγάδιζαν και τους καθησύχασα.

  • 彼女かのじょの怒いかりを宥なだめるのは難むずかしかったが、最終的さいしゅうてきには話はなしし合あって解決かいけつできた。

    Ήταν δύσκολο να κατευνάσω τον θυμό της, αλλά τελικά καταφέραμε να το λύσουμε συζητώντας.

Κλίση

Παρόν (απλό)
宥める
Παρόν (ευγενικό)
宥めます
Άρνηση (απλή)
宥めない
Άρνηση (ευγενική)
宥めません
Παρελθόν (απλό)
宥めた
Παρελθόν (ευγενικό)
宥めました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
宥めなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
宥めませんでした
Τε-μορφή
宥めて
Δυνητική
宥められる
Προστακτική
宥めろ
Βουλητική
宥めよう
Υποθετική (ば)
宥めれば