ゆう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κατευνασμός, συγκατάβαση, εξευμενισμός

Κλίση

Παρόν (απλό)
宥和する
Παρόν (ευγενικό)
宥和します
Άρνηση (απλή)
宥和しない
Άρνηση (ευγενική)
宥和しません
Παρελθόν (απλό)
宥和した
Παρελθόν (ευγενικό)
宥和しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
宥和しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
宥和しませんでした
Τε-μορφή
宥和して
Δυνητική
宥和できる
Προστακτική
宥和しろ
Βουλητική
宥和しよう
Υποθετική (ば)
宥和すれば