がい

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 τραυματίζω, προκαλώ ζημιά, βλάπτω, πληγώνω
  2. 02 σκοτώνω
  3. 03 εμποδίζω, παρεμποδίζω

Κλίση

Παρόν (απλό)
害す
Παρόν (ευγενικό)
害します
Άρνηση (απλή)
害さない
Άρνηση (ευγενική)
害しません
Παρελθόν (απλό)
害した
Παρελθόν (ευγενικό)
害しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
害さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
害しませんでした
Τε-μορφή
害して
Δυνητική
害せる
Προστακτική
害せ
Βουλητική
害そう
Υποθετική (ば)
害せば