いえ

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 βγαίνω έξω από το σπίτι
  2. 02 φεύγω από το πατρικό μου σπίτι (για σπουδές, για να ζήσω αλλού, κλπ.)
  3. 03 σκάνε από το σπίτι, εγκαταλείπω την οικογενειακή εστία
  4. 04 γίνομαι μοναχός

Κλίση

Παρόν (απλό)
家を出る
Παρόν (ευγενικό)
家を出ます
Άρνηση (απλή)
家を出ない
Άρνηση (ευγενική)
家を出ません
Παρελθόν (απλό)
家を出た
Παρελθόν (ευγενικό)
家を出ました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
家を出なかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
家を出ませんでした
Τε-μορφή
家を出て
Δυνητική
家を出られる
Προστακτική
家を出ろ
Βουλητική
家を出よう
Υποθετική (ば)
家を出れば