家を出る
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 βγαίνω έξω από το σπίτι
- 02 φεύγω από το πατρικό μου σπίτι (για σπουδές, για να ζήσω αλλού, κλπ.)
- 03 σκάνε από το σπίτι, εγκαταλείπω την οικογενειακή εστία
- 04 γίνομαι μοναχός
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 家を出る
- Παρόν (ευγενικό)
- 家を出ます
- Άρνηση (απλή)
- 家を出ない
- Άρνηση (ευγενική)
- 家を出ません
- Παρελθόν (απλό)
- 家を出た
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 家を出ました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 家を出なかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 家を出ませんでした
- Τε-μορφή
- 家を出て
- Δυνητική
- 家を出られる
- Προστακτική
- 家を出ろ
- Βουλητική
- 家を出よう
- Υποθετική (ば)
- 家を出れば
- Υποθετική (たら)
- 家を出たら
- Επιθυμητική (~たい)
- 家を出たい
- Απαγορευτική (~な)
- 家を出るな
- Προστακτική (ευγενική)
- 家を出なさい
- Παθητική
- 家を出られる
- Αιτιατική
- 家を出させる