いえたた

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κλείνω ένα σπίτι

Κλίση

Παρόν (απλό)
家を畳む
Παρόν (ευγενικό)
家を畳みます
Άρνηση (απλή)
家を畳まない
Άρνηση (ευγενική)
家を畳みません
Παρελθόν (απλό)
家を畳んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
家を畳みました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
家を畳まなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
家を畳みませんでした
Τε-μορφή
家を畳んで
Δυνητική
家を畳める
Προστακτική
家を畳め
Βουλητική
家を畳もう
Υποθετική (ば)
家を畳めば