家を空ける
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 λείπω από το σπίτι, απουσιάζω από την οικία
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 家を空ける
- Παρόν (ευγενικό)
- 家を空けます
- Άρνηση (απλή)
- 家を空けない
- Άρνηση (ευγενική)
- 家を空けません
- Παρελθόν (απλό)
- 家を空けた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 家を空けました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 家を空けなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 家を空けませんでした
- Τε-μορφή
- 家を空けて
- Δυνητική
- 家を空けられる
- Προστακτική
- 家を空けろ
- Βουλητική
- 家を空けよう
- Υποθετική (ば)
- 家を空ければ
- Υποθετική (たら)
- 家を空けたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 家を空けたい
- Απαγορευτική (~な)
- 家を空けるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 家を空けなさい
- Παθητική
- 家を空けられる
- Αιτιατική
- 家を空けさせる