家を興す
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ανυψώνω τη φήμη της οικογένειας, ιδρύω οίκο
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 家を興す
- Παρόν (ευγενικό)
- 家を興します
- Άρνηση (απλή)
- 家を興さない
- Άρνηση (ευγενική)
- 家を興しません
- Παρελθόν (απλό)
- 家を興した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 家を興しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 家を興さなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 家を興しませんでした
- Τε-μορφή
- 家を興して
- Δυνητική
- 家を興せる
- Προστακτική
- 家を興せ
- Βουλητική
- 家を興そう
- Υποθετική (ば)
- 家を興せば
- Υποθετική (たら)
- 家を興したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 家を興したい
- Απαγορευτική (~な)
- 家を興すな
- Προστακτική (ευγενική)
- 家を興しなさい
- Παθητική
- 家を興される
- Αιτιατική
- 家を興させる