せい

ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 οικιακή οικονομία, νοικοκυριό, φροντίδα σπιτιού

Παραδείγματα

  • 家政かせい勉強べんきょうします。

    Σπουδάζω οικιακή οικονομία.

  • 彼女かのじょ家政かせい仕事しごと得意とくいです。

    Είναι πολύ καλή στις δουλειές του σπιτιού.

  • 家政かせい効率的こうりつてきおこなうことは、家族かぞく幸福こうふくおおきく貢献こうけんします。

    Η αποτελεσματική διαχείριση του νοικοκυριού συμβάλλει σημαντικά στην οικογενειακή ευτυχία.